Definition
▶
θαλασσα
thalassa
Η θάλασσα είναι το μεγάλο σώμα νερού που καλύπτει μεγάλο μέρος της επιφάνειας της Γης.
The sea is the large body of water that covers a significant part of the Earth's surface.
▶
Η θάλασσα ήταν ήρεμη το πρωί.
The sea was calm in the morning.
▶
Πήγαμε για κολύμπι στη θάλασσα το καλοκαίρι.
We went swimming in the sea in the summer.
▶
Οι ψαράδες βγήκαν στη θάλασσα νωρίς το πρωί.
The fishermen went out to the sea early in the morning.