Definition
▶
αδιαφορία
adiaforía
Η αδιαφορία είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος ή συναισθηματικής εμπλοκής σε ένα θέμα ή κατάσταση.
Indifference is the lack of interest or emotional involvement in a matter or situation.
▶
Η αδιαφορία του κόσμου για τα κοινωνικά προβλήματα είναι ανησυχητική.
The indifference of people towards social issues is alarming.
▶
Η αδιαφορία της κυβέρνησης για την εκπαίδευση είναι προφανής.
The indifference of the government towards education is apparent.
▶
Η αδιαφορία του φίλου του για τα συναισθήματά του τον πλήγωσε.
His friend's indifference to his feelings hurt him.