Definition
▶
σκεφτόμαι
skeftomai
Η λέξη 'σκεφτόμαι' σημαίνει να επεξεργάζομαι ή να εξετάζω μια ιδέα ή ένα θέμα στο μυαλό μου.
The word 'σκεφτόμαι' means to process or consider an idea or topic in my mind.
▶
Σκεφτόμαι πώς θα μπορέσω να λύσω αυτό το πρόβλημα.
I think about how I can solve this problem.
▶
Συχνά σκεφτόμαι τις αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία.
I often think of the memories from my childhood.
▶
Αυτή τη στιγμή σκεφτόμαι μια ιδέα για το νέο μου έργο.
Right now, I am thinking of an idea for my new project.