Definition
▶
παροδικότητα
parodikótita
Η παροδικότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάτι προσωρινό ή μη μόνιμο.
Impermanence is the state or quality of being temporary or not permanent.
▶
Η παροδικότητα της ζωής μας διδάσκει να εκτιμούμε τις μικρές στιγμές.
The impermanence of our lives teaches us to appreciate the small moments.
▶
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε υλικά που τονίζουν την παροδικότητα του έργου του.
The artist used materials that highlight the impermanence of his work.
▶
Η παροδικότητα των συναισθημάτων μας είναι φυσιολογική και αναμενόμενη.
The impermanence of our emotions is natural and expected.