Definition
▶
Τρώω
Troo
Το ρήμα 'Τρώω' σημαίνει ότι καταναλώνω τροφή.
动词 '吃' 的意思是我正在消耗食物。
▶
Τρώω ένα μήλο κάθε πρωί.
我每天早上吃一个苹果。
▶
Σήμερα τρώω με τους φίλους μου σε ένα εστιατόριο.
今天我和我的朋友们在餐厅吃饭。
▶
Πρέπει να τρώω υγιεινά για να είμαι καλά.
我需要吃健康的食物以保持良好状态。