Definition
▶
βροχή
vrochí
Η βροχή είναι το φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο το νερό πέφτει από τον ουρανό με τη μορφή σταγόνων.
雨是指水从天空以水滴的形式落下的自然现象。
▶
Η βροχή άρχισε να πέφτει καθώς φεύγαμε από το σπίτι.
雨开始下起来,当我们离开家时。
▶
Αύριο θα έχει βροχή σύμφωνα με την πρόγνωση του καιρού.
根据天气预报,明天会下雨。
▶
Μου αρέσει να ακούω τη βροχή να πέφτει στη στέγη.
我喜欢听雨落在屋顶上的声音。