Definition
▶
άνεμος
ánemos
Ο άνεμος είναι η κίνηση του αέρα στην ατμόσφαιρα, συνήθως λόγω διαφοράς πίεσης.
风是大气中空气的运动,通常由于压力差造成的。
▶
Ο άνεμος φυσάει δυνατά σήμερα.
今天风很大。
▶
Αισθάνομαι τον άνεμο στο πρόσωπό μου.
我能感受到风吹在我的脸上。
▶
Ο άνεμος φέρνει την αλλαγή.
风带来了变化。