Definition
▶
ώρα
óra
Η ώρα είναι η μέτρηση της χρονικής διάρκειας ή του σημείου στον χρόνο.
时间是对时间长度或时间点的测量。
▶
Η ώρα είναι πέντε το απόγευμα.
现在是下午五点。
▶
Πόση ώρα χρειάζεσαι για να τελειώσεις τη δουλειά;
你需要多长时间来完成工作?
▶
Κάθε ώρα που περνά, είναι πολύτιμη.
每一小时都是宝贵的。