Definition
▶
πόδι
pódi
Το πόδι είναι το κάτω άκρο του σώματος που χρησιμοποιείται για να περπατάμε.
脚是人体的下肢,用于行走。
▶
Έχω πόνο στο πόδι μου μετά την προπόνηση.
我训练后脚痛。
▶
Τα πόδια μου είναι κουρασμένα από την πολύ περπάτημα.
我的脚因为走路太多而疲惫。
▶
Πρέπει να βάλω έναν επίδεσμο στο τραυματισμένο μου πόδι.
我必须给受伤的脚包扎。