Definition
▶
στόμα
stóma
Το στόμα είναι το όργανο που χρησιμοποιούμε για να μιλήσουμε, να φάμε και να αναπνεύσουμε.
嘴巴是我们用来说话、吃东西和呼吸的器官。
▶
Το στόμα μου είναι πολύ ξηρό σήμερα.
我的嘴巴今天非常干燥。
▶
Η γλώσσα μου είναι στο στόμα.
我的舌头在嘴巴里。
▶
Άνοιξε το στόμα σου για να δεις αν έχεις πυρετό.
张开你的嘴巴看看你是否发烧。