Definition
▶
κουζίνα
kouzína
Η κουζίνα είναι ο χώρος ενός σπιτιού όπου ετοιμάζονται και μαγειρεύονται τα γεύματα.
厨房是一个房间,通常用于准备和烹饪餐食。
▶
Η κουζίνα μου είναι πάντα καθαρή και τακτοποιημένη.
我的厨房总是干净整洁。
▶
Στην κουζίνα, φτιάχνω το πρωινό μου κάθε μέρα.
在厨房,我每天都做我的早餐。
▶
Η οικογένεια συγκεντρώνεται στην κουζίνα για να φάει μαζί.
家人聚集在厨房一起吃饭。