Definition
▶
βλέπω
vlépo
Το βλέπω σημαίνει να αντιλαμβάνομαι κάτι με την όραση.
看见意味着用视觉感知某物。
▶
Βλέπω τον ήλιο να ανατέλλει κάθε πρωί.
我每天早上看到太阳升起。
▶
Μπορώ να βλέπω τα αστέρια τη νύχτα.
我能在夜晚看到星星。
▶
Βλέπεις εκείνη την ταινία που είναι στην τηλεόραση;
你看到电视上那部电影了吗?