Definition
▶
αριστερά
aristerá
Η λέξη 'αριστερά' αναφέρεται στην κατεύθυνση που βρίσκεται στην πλευρά του ανθρώπου όταν κοιτάζει προς τα εμπρός, εν αντιθέσει με την δεξιά.
这个词“左边”指的是一个人面向前方时,位于他左侧的方向,与右侧相对。
▶
Ο σταθμός του μετρό είναι αριστερά από την είσοδο.
地铁站在入口的左边。
▶
Η αριστερή πλευρά του δρόμου είναι πιο ήσυχη.
马路的左边更安静。
▶
Μπορείς να δεις το πάρκο αριστερά αν γυρίσεις στη γωνία.
如果你在拐角处转身,你可以看到左边的公园。