Definition
▶
σταθμός
stathmós
Ο σταθμός είναι ένα μέρος όπου σταματούν τα μέσα μεταφοράς, όπως τρένα ή λεωφορεία, για να επιβιβαστούν ή να αποβιβαστούν οι επιβάτες.
车站是交通工具(如火车或公共汽车)停靠的地方,让乘客上下车。
▶
Πρέπει να πάμε στον σταθμό του τρένου για να ταξιδέψουμε στην Αθήνα.
我们必须去火车站才能去雅典旅行。
▶
Ο σταθμός των λεωφορείων είναι γεμάτος κόσμο το πρωί.
早上的公交车站人满为患。
▶
Η ανακοίνωση για την άφιξη του τρένου έγινε στον κεντρικό σταθμό.
火车到达的通知在中央车站发布。