Definition
▶
χαμένος
chamenos
Ο όρος 'χαμένος' αναφέρεται σε κάτι που έχει απολεσθεί ή δεν μπορεί να βρεθεί.
这个词“失落的”指的是某物已经丢失或无法找到。
▶
Έχω χάσει το κινητό μου και νιώθω χαμένος.
我把手机丢了,感觉很失落。
▶
Ο φίλος μου είναι χαμένος στο δάσος.
我的朋友在森林里迷路了。
▶
Αυτή η φωτογραφία μου θυμίζει μια χαμένη στιγμή.
这张照片让我想起一个失落的时刻。