Definition
▶
όπου
ópou
Η λέξη 'όπου' χρησιμοποιείται για να δηλώσει έναν τόπο ή μια τοποθεσία.
‘哪里’这个词用来指一个地方或位置。
▶
Θα πάω όπου είναι οι φίλοι μου.
我会去朋友们所在的地方。
▶
Η εκδρομή θα γίνει όπου έχουμε θέα στη θάλασσα.
郊游将在我们能看到海的地方进行。
▶
Μου είπαν να πάω όπου υπάρχει το νέο καφέ.
他们告诉我去新咖啡馆的地方。