Definition
▶
κάτι
kati
Το 'κάτι' αναφέρεται σε μια αόριστη ή μη καθορισμένη οντότητα ή αντικείμενο.
‘某物’指的是一个模糊或未定义的实体或物体。
▶
Θέλω να φάω κάτι γλυκό.
我想吃一些甜的东西。
▶
Είδα κάτι ενδιαφέρον στο πάρκο.
我在公园里看到了一些有趣的东西。
▶
Μπορείς να μου δώσεις κάτι να διαβάσω;
你能给我一些东西来阅读吗?