Definition
▶
μαθαίνω
mathaino
Η διαδικασία απόκτησης γνώσεων ή δεξιοτήτων μέσω της εμπειρίας ή της μελέτης.
通过经验或学习获得知识或技能的过程。
▶
Μαθαίνω γερμανικά στο πανεπιστήμιο.
我在大学学习德语。
▶
Τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα όταν παίζουν.
孩子们在玩耍时学习得很快。
▶
Αυτή τη χρονιά θα μάθω να παίζω πιάνο.
今年我将学习弹钢琴。