Definition
▶
αλληλεγγύη
allileggyi
Η αλληλεγγύη είναι η υποστήριξη και η συνεργασία μεταξύ ατόμων ή ομάδων, βασισμένη στην κοινή κατανόηση και την ενότητα.
团结是指个人或团体之间基于共同理解和团结的支持与合作。
▶
Η αλληλεγγύη μεταξύ των εργαζομένων είναι ζωτική για την επιτυχία της απεργίας.
工人之间的团结对罢工的成功至关重要。
▶
Η αλληλεγγύη στις δύσκολες στιγμές φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά.
在困难时刻的团结使人们更加团结。
▶
Η αλληλεγγύη των εθελοντών βοήθησε εκατοντάδες οικογένειες στην κρίση.
志愿者的团结帮助了数百个家庭渡过危机。