Definition
▶
προκαλώ
prokalo
Η λέξη 'προκαλώ' σημαίνει να προκαλέσω ή να φέρω κάποιο αποτέλεσμα ή κατάσταση.
这个词“προκαλώ”的意思是引起或造成某种结果或状态。
▶
Αυτό το ατύχημα προκάλεσε σοβαρούς τραυματισμούς.
这起事故造成了严重的伤害。
▶
Η απόφαση του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
他的决定引起了激烈的反应。
▶
Ο δυνατός θόρυβος προκάλεσε ανησυχία στους κατοίκους.
巨大的噪音引起了居民的担忧。