Definition
▶
αντίκτυπος
antíktypos
Ο αντίκτυπος είναι η ισχυρή επίδραση ή συνέπεια που έχει κάτι σε ένα γεγονός ή κατάσταση.
影响是某件事情对事件或状态产生的强烈影响或后果。
▶
Η απόφαση της κυβέρνησης είχε μεγάλο αντίκτυπο στην οικονομία.
政府的决定对经济产生了重大影响。
▶
Ο αντίκτυπος της πανδημίας στην κοινωνία είναι εμφανής.
疫情对社会的影响显而易见。
▶
Ο αντίκτυπος της τεχνολογίας στη ζωή μας είναι αναμφισβήτητος.
科技对我们生活的影响是不可否认的。