Definition
▶
αυτοπεποίθηση
aftopipeíthesi
Η αυτοπεποίθηση είναι η πίστη που έχει κάποιος στις ικανότητές του και στην αξία του.
自信是一个人对自己能力和价值的信念。
▶
Η αυτοπεποίθηση είναι το κλειδί για την επιτυχία σε κάθε τομέα της ζωής.
自信是成功的关键,适用于生活的每个领域。
▶
Η καλή προετοιμασία αύξησε την αυτοπεποίθηση του πριν από την παρουσίαση.
充分的准备增强了他在演讲前的自信。
▶
Χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να αντιμετωπίσεις προκλήσεις.
面对挑战需要自信。