Definition
▶
διαχρονικός
diachronikós
Ο όρος 'διαχρονικός' αναφέρεται σε κάτι που διαρκεί πέρα από τον χρόνο, που είναι πάντα επίκαιρο και δεν επηρεάζεται από τις αλλαγές της εποχής.
这个词“διαχρονικός”指的是超越时间的事物,始终相关且不受时代变迁的影响。
▶
Η μουσική του Μπαχ είναι διαχρονική και συνεχίζει να εμπνέει πολλές γενιές.
巴赫的音乐是永恒的,继续激励着许多世代。
▶
Το έργο του Σαίξπηρ έχει μια διαχρονική αξία που προσελκύει τους αναγνώστες κάθε εποχής.
莎士比亚的作品具有一种永恒的价值,吸引着每个时代的读者。
▶
Οι αρχαίοι φιλόσοφοι προσέφεραν διαχρονικές σοφίες που ισχύουν και σήμερα.
古代哲学家提供的智慧是永恒的,今天仍然适用。