Definition
▶
εφευρετικότητα
efevretikótita
Η εφευρετικότητα είναι η ικανότητα να δημιουργείς νέες ιδέες ή λύσεις σε προβλήματα.
创造新思想或解决方案的能力。
▶
Η εφευρετικότητα του Μάρκου τον βοήθησε να επινοήσει μια νέα εφεύρεση.
马克的创造力帮助他发明了一种新产品。
▶
Η εφευρετικότητα είναι σημαντική στον τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας.
创造力在科学和技术领域至关重要。
▶
Η ομάδα εργάστηκε με εφευρετικότητα για να βρει λύσεις στα προβλήματα που αντιμετώπιζε.
团队以创造力工作,以找到面临的问题的解决方案。