Definition
▶
αποδοχή
apodochí
Αποδοχή είναι η διαδικασία ή η πράξη της αποδοχής κάτι ως έγκυρου ή σωστού.
接受是将某物视为有效或正确的过程或行为。
▶
Η αποδοχή της προσφοράς ήταν η καλύτερη απόφαση που πήρε.
接受这个提议是她做过的最好的决定。
▶
Η αποδοχή των όρων της συμφωνίας είναι απαραίτητη.
接受协议条款是必要的。
▶
Η αποδοχή του δώρου της τον έκανε πολύ χαρούμενο.
接受她的礼物让他非常高兴。