Definition
▶
προβλέπω
provlépω
Η ικανότητα να προβλέπει κάποιος γεγονότα ή καταστάσεις που θα συμβούν στο μέλλον.
能够预见未来将要发生的事件或情况的能力。
▶
Προβλέπω ότι θα βρέξει αύριο.
我预见明天会下雨。
▶
Η μητέρα μου προβλέπει πάντα τις ανάγκες μας.
我母亲总是预见我们的需求。
▶
Ο οικονομολόγος προβλέπει μια αύξηση στην ανεργία.
经济学家预测失业率将上升。