Definition
▶
καθισμένος
kathisménos
Ο όρος 'καθισμένος' αναφέρεται σε κάποιον που βρίσκεται σε κατάσταση καθιστής θέσης.
这个词‘καθισμένος’指的是处于坐着的状态的人。
▶
Ο Γιάννης είναι καθισμένος στον καναπέ και διαβάζει.
扬尼斯坐在沙发上看书。
▶
Η Μαρία είναι καθισμένη στο γραφείο της και εργάζεται.
玛丽亚坐在她的办公桌前工作。
▶
Τα παιδιά είναι καθισμένα στο πάτωμα και παίζουν παιχνίδια.
孩子们坐在地上玩游戏。