Definition
▶
διαρκής αναζήτηση
diarkís anazítisi
Η διαρκής αναζήτηση είναι η συνεχής και αδιάκοπη προσπάθεια για ανακάλυψη ή βελτίωση σε κάποιο τομέα.
持续探索是不断和不间断地在某个领域进行发现或改善的努力。
▶
Η διαρκής αναζήτηση γνώσης είναι σημαντική για την προσωπική ανάπτυξη.
对知识的持续探索对个人发展至关重要。
▶
Πολλοί επιστήμονες αφιερώνουν τη ζωή τους στη διαρκή αναζήτηση νέων θεραπειών.
许多科学家将他们的生命献给持续探索新疗法。
▶
Η διαρκής αναζήτηση της αλήθειας απαιτεί υπομονή και επιμονή.
持续探索真理需要耐心和毅力。