Definition
▶
ακούω
akoúo
Η λέξη 'ακούω' αναφέρεται στην ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε ήχους μέσω της ακοής.
‘听’这个词指的是通过听觉感知声音的能力。
▶
Ακούω μουσική κάθε βράδυ.
我每晚听音乐。
▶
Ακούω την καμπάνα να χτυπά.
我听到钟声敲响。
▶
Ακούω τις φωνές των παιδιών στο πάρκο.
我听到公园里孩子们的声音。