Definition
▶
οδηγώ
odigó
Οδηγώ σημαίνει να καθοδηγώ ή να διευθύνω κάποιον ή κάτι.
驾驶是指引导或控制某人或某事。
▶
Οδηγώ το αυτοκίνητο μου κάθε μέρα για να πάω στη δουλειά.
我每天开车去上班。
▶
Μπορείς να με βοηθήσεις να οδηγήσω το ποδήλατο;
你能帮我骑自行车吗?
▶
Οδήγησα την οικογένειά μου σε ένα όμορφο μέρος για διακοπές.
我带着家人去一个美丽的地方度假。