Definition
▶
χαρούμενος
charoúmenos
Ένας άνθρωπος που αισθάνεται χαρά και ευτυχία.
一个感到快乐和幸福的人。
▶
Ο Γιώργος είναι χαρούμενος γιατί πήρε καλό βαθμό.
乔治很开心,因为他得了好成绩。
▶
Η χαρούμενη μουσική έκανε όλους να χορεύουν.
快乐的音乐让大家都跳舞。
▶
Η οικογένεια είχε μια χαρούμενη μέρα στο πάρκο.
这个家庭在公园度过了愉快的一天。