Definition
▶
αναζητώ
anazitó
Η λέξη 'αναζητώ' σημαίνει την προσπάθεια εύρεσης ή ανακάλυψης κάτι που λείπει ή που επιθυμεί κανείς.
这个词 'αναζητώ' 意味着努力寻找或发现缺失或希望得到的东西。
▶
Αναζητώ το βιβλίο που έχασα.
我正在寻找我丢失的书。
▶
Αναζητώ μια νέα δουλειά.
我正在寻找一份新工作。
▶
Αναζητώ πληροφορίες για το ταξίδι μου.
我正在寻找关于我旅行的信息。