Definition
▶
παρρησία
parrisía
Η παρρησία είναι η έννοια της ειλικρίνειας και της ελεύθερης έκφρασης χωρίς φόβο ή περιορισμούς.
坦率是指毫无恐惧或限制地表达诚实和自由的概念。
▶
Η παρρησία του τον έκανε να είναι πολύ αγαπητός στους φίλους του.
他的坦率使他在朋友中非常受欢迎。
▶
Χρειάζεται παρρησία για να εκφράσεις τις αληθινές σου απόψεις.
表达你真实的观点需要坦率。
▶
Η παρρησία είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία.
在民主社会中,坦率是必不可少的。