Definition
▶
πορτοκάλι
portokali
Το πορτοκάλι είναι ένα εσπεριδοειδές φρούτο που έχει πορτοκαλί χρώμα και γλυκιά γεύση.
橙子是一种柑橘类水果,呈橙色,味道甘甜。
▶
Αγόρασα ένα πορτοκάλι από την αγορά.
我在市场上买了一个橙子。
▶
Μου αρέσει να πίνω χυμό πορτοκαλιού το πρωί.
我喜欢早上喝橙汁。
▶
Το πορτοκάλι είναι πλούσιο σε βιταμίνη C.
橙子富含维生素C。