Definition
▶
μάθα
matha
Η λέξη "μάθα" σημαίνει ότι απέκτησες γνώση ή ικανότητα σε κάτι.
这个词的意思是你获得了某种知识或技能。
▶
Μάθαμε να παίζουμε κιθάρα στο μάθημα μουσικής.
我们在音乐课上学会了弹吉他。
▶
Έμαθα να μαγειρεύω από τη γιαγιά μου.
我从奶奶那里学会了做饭。
▶
Χρειάστηκε πολύς χρόνος, αλλά τελικά μάθαμε τη γλώσσα.
我们花了很多时间,但最终学会了这门语言。