Definition
▶
προσπαθώ
prospatho
Η λέξη 'προσπαθώ' σημαίνει να καταβάλω προσπάθεια για να επιτύχω κάτι.
这个词'προσπαθώ'的意思是努力去实现某事。
▶
Προσπαθώ να μάθω ελληνικά κάθε μέρα.
我每天努力学习希腊语。
▶
Αυτή την εβδομάδα προσπαθώ να ολοκληρώσω το έργο μου.
这周我努力完成我的项目。
▶
Προσπαθώ να γίνω καλύτερος παίκτης στο ποδόσφαιρο.
我努力成为更好的足球运动员。