Definition
▶
ενδιαφέρον
endiaferon
Το ενδιαφέρον είναι η κατάσταση κατά την οποία κάποιος δείχνει προσοχή ή επιθυμία να μάθει ή να συμμετάσχει σε κάτι.
兴趣是指某人对某事表现出关注或愿望去学习或参与的状态。
▶
Το ενδιαφέρον μου για την τέχνη με οδήγησε σε πολλές εκθέσεις.
我对艺术的兴趣让我参加了许多展览。
▶
Τα παιδιά έχουν μεγάλο ενδιαφέρον για τα ζώα.
孩子们对动物有很大的兴趣。
▶
Η συζήτηση ήταν τόσο ενδιαφέρουσα που όλοι συμμετείχαν.
讨论是如此有趣,以至于所有人都参与其中。