Definition
▶
προχωράω
prochorao
Το 'προχωράω' σημαίνει ότι προχωρώ ή κινούμαι μπροστά.
‘我正在向前迈进’的意思是我在前进或向前移动。
▶
Προχωράω στο δρόμο και απολαμβάνω τη θέα.
我在路上前进,享受风景。
▶
Όταν προχωράω, νιώθω ότι κάνω πρόοδο.
当我前进时,我觉得自己在进步。
▶
Προχωράω με αυτοπεποίθηση προς τους στόχους μου.
我自信地朝着我的目标前进。