Definition
▶
επιρροή
epirroi
Η επιρροή είναι η ικανότητα να επηρεάζεις τις πεποιθήσεις ή τις ενέργειες άλλων.
影响是影响他人信念或行为的能力。
▶
Η επιρροή των γονιών είναι καθοριστική στην ανάπτυξη των παιδιών.
父母的影响在孩子的成长中是决定性的。
▶
Ο φίλος του είχε μεγάλη επιρροή στην απόφασή του.
他的朋友对他的决定有很大的影响。
▶
Τα μέσα ενημέρωσης ασκούν επιρροή στις απόψεις του κοινού.
媒体对公众观点有影响。