Definition
▶
καλοσύνη
kalosyni
Η καλοσύνη είναι η πράξη της υποστήριξης και της φροντίδας προς τους άλλους με ευγένεια και συμπόνια.
善良是以善意和同情心支持和照顾他人的行为。
▶
Η καλοσύνη που έδειξε στους άστεγους ήταν αξιοθαύμαστη.
她对无家可归者表现出的善良令人钦佩。
▶
Η καλοσύνη του φίλου μου μου έδωσε θάρρος σε δύσκολες στιγμές.
我朋友的善良在困难时刻给了我勇气。
▶
Η καλοσύνη είναι μια αξία που όλοι πρέπει να καλλιεργούμε.
善良是我们每个人都应该培养的价值观。