Definition
▶
κατακλυσμός
kataklysmós
κατακλυσμός είναι μια έντονη και μεγάλη πλημμύρα που προκαλεί σοβαρές ζημιές σε περιοχές.
洪水是一种强烈和大规模的水灾,造成地区严重的损害。
▶
Ο κατακλυσμός του 2015 κατέστρεψε πολλές καλλιέργειες.
2015年的洪水摧毁了许多农作物。
▶
Μετά τον κατακλυσμό, η πόλη χρειάστηκε μήνες για να ανακάμψει.
洪水过后,这座城市需要几个月才能恢复。
▶
Οι κάτοικοι ανησυχούν για τον επερχόμενο κατακλυσμό λόγω της καταιγίδας.
居民们担心由于暴风雨即将来临的洪水。