Definition
▶
αργά
arga
Η λέξη 'αργά' αναφέρεται σε μια κατάσταση ή γεγονός που συμβαίνει σε μεταγενέστερο χρόνο από τον αναμενόμενο.
这个词'αργά'指的是某种状态或事件发生在预期时间之后。
▶
Έφτασα αργά στη συνάντηση και έχασα την αρχή.
我迟到了会议,错过了开始。
▶
Αργά το βράδυ, ο ήλιος άρχισε να δύει.
晚上很晚时,太阳开始落下。
▶
Πρέπει να κάνω τα μαθήματα μου αργά, γιατί δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
我必须慢慢做我的作业,因为我无法集中注意力。