Definition
▶
ανάγκη
anangi
Η ανάγκη είναι η κατάσταση κατά την οποία κάποιος χρειάζεται κάτι για να επιβιώσει ή να λειτουργήσει σωστά.
需要是指某人需要某物以生存或正常运作的状态。
▶
Έχω μεγάλη ανάγκη από νερό μετά την άσκηση.
运动后我非常需要水。
▶
Η ανάγκη για στήριξη είναι φυσική σε δύσκολες στιγμές.
在困难时刻需要支持是很自然的。
▶
Η ανάγκη για εκπαίδευση είναι σημαντική για την ανάπτυξη ενός ατόμου.
教育的需求对一个人的发展至关重要。