Definition
▶
κάθομαι
kathomai
Το 'κάθομαι' σημαίνει ότι βρίσκομαι σε μια καθιστή θέση.
‘坐’的意思是处于坐着的位置。
▶
Κάθομαι στον καναπέ και διαβάζω ένα βιβλίο.
我坐在沙发上看一本书。
▶
Κάθομαι στο τραπέζι με την οικογένειά μου.
我和家人坐在桌子旁。
▶
Κάθομαι στο γραφείο μου και δουλεύω.
我坐在我的办公桌前工作。