Definition
▶
απεργία
apergía
Απεργία είναι η οργανωμένη διακοπή εργασίας από εργαζομένους με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων αιτημάτων ή βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
罢工是指员工有组织地停止工作,目的是为了实现特定的要求或改善工作条件。
▶
Οι εργαζόμενοι ανακοίνωσαν απεργία για καλύτερες αμοιβές.
员工们宣布罢工以争取更好的工资。
▶
Η απεργία των δασκάλων διήρκεσε δύο εβδομάδες.
教师的罢工持续了两周。
▶
Η κυβέρνηση προσπαθεί να διαπραγματευτεί με τους απεργούς.
政府试图与罢工者进行谈判。