Definition
▶
αντιλαμβάνομαι
antilavánomai
Αντιλαμβάνομαι σημαίνει να κατανοώ ή να συνειδητοποιώ κάτι με τις αισθήσεις ή τη σκέψη.
理解是指通过感官或思维意识到或理解某事。
▶
Αντιλαμβάνομαι ότι οι καιροί αλλάζουν.
我意识到时代在变化。
▶
Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τα συναισθήματα των άλλων.
我很难理解他人的情感。
▶
Αντιλαμβάνομαι την αξία της εκπαίδευσης.
我认识到教育的重要性。