Definition
▶
αυτοκίνητο
aftokínito
Το αυτοκίνητο είναι ένα μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ανθρώπων ή αγαθών.
汽车是一种用于运输人或货物的机动车辆。
▶
Αγόρασα ένα καινούργιο αυτοκίνητο για τις διακοπές.
我为假期买了一辆新车。
▶
Το αυτοκίνητο μου είναι πολύ γρήγορο.
我的车非常快。
▶
Πρέπει να βάλω βενζίνη στο αυτοκίνητο πριν φύγουμε.
我们出发前必须给车加油。