Definition
▶
καθιστώ
kathistó
Η λέξη 'καθιστώ' σημαίνει να κάνω κάτι ή κάποιον να αποκτήσει μια συγκεκριμένη κατάσταση ή ιδιότητα.
这个词 'καθιστώ' 的意思是使某事或某人获得特定的状态或特征。
▶
Ο δάσκαλος καθιστά τους μαθητές πιο αυτόνομους.
老师使学生更加自主。
▶
Η εμπειρία καθιστά τον άνθρωπο σοφότερο.
经历使人变得更聪明。
▶
Η συνεχής πρακτική καθιστά την τεχνική σας καλύτερη.
持续的练习使你的技术更好。