Definition
▶
επίσκεψη
epískepsi
Επίσκεψη είναι η πράξη του να πηγαίνεις σε κάποιον ή κάπου για να δεις, να συναντήσεις ή να παρακολουθήσεις κάτι.
访问是指去某人或某处以见面、会面或观看某事的行为。
▶
Έχω προγραμματίσει μια επίσκεψη στον γιατρό μου αύριο.
我明天预约了去看我的医生。
▶
Η επίσκεψη στο μουσείο ήταν πολύ ενδιαφέρουσα.
参观博物馆非常有趣。
▶
Πραγματοποίησα μια επίσκεψη στους παππούδες μου το Σαββατοκύριακο.
我在周末拜访了我的祖父母。