Definition
▶
συναρπαστικός
synarpastikós
Ο όρος 'συναρπαστικός' αναφέρεται σε κάτι που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον ή ενθουσιασμό.
术语“συναρπαστικός”指的是引起强烈兴趣或兴奋的事物。
▶
Η ταινία που παρακολουθήσαμε χθες ήταν πολύ συναρπαστική.
我们昨天看的电影非常精彩。
▶
Η περιπέτεια στο βουνό ήταν συναρπαστική και γεμάτη εκπλήξεις.
山上的冒险非常激动人心,充满了惊喜。
▶
Ο διάσημος συγγραφέας παρουσίασε έναν συναρπαστικό νέο τίτλο.
这位著名作家推出了一本令人兴奋的新书。